ἀναγγέλλω


ἀναγγέλλω
ἀν|αγγέλλω возвещать, проповедовать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀναγγέλλω" в других словарях:

  • ἀναγγέλλω — carry back tidings of aor subj act 1st sg ἀναγγέλλω carry back tidings of pres subj act 1st sg ἀναγγέλλω carry back tidings of pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναγγέλλω — αναγγέλλω, ανήγγειλα και ανάγγειλα βλ. πίν. 85 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αναγγέλλω — (Α ἀναγγέλλω) 1. φέρνω αγγελία, ανακοινώνω, γνωστοποιώ 2. ειδοποιώ για την επίσκεψη προσώπου αρχ. 1. μιλώ για κάποιον 2. προκηρύσσω, ορίζω ανταμοιβή. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀν(α) * + ἀγγέλλω. ΠΑΡ. αναγγελία, αναγγελτήριος, αναγγελτικός] …   Dictionary of Greek

  • αναγγέλλω — ανάγγειλα, αναγγέλθηκα, αναγγελμένος, κάνω γνωστό, ανακοινώνω: Του έγραψε για να του αναγγείλει τον αρραβώνα του γιου του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναγγέλλετε — ἀναγγέλλω carry back tidings of aor imperat act 2nd pl ἀνᾱγγέλλετε , ἀναγγέλλω carry back tidings of aor ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀνᾱγγέλλετε , ἀναγγέλλω carry back tidings of imperf ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀναγγέλλω carry back… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνάγγελλε — ἀναγγέλλω carry back tidings of aor imperat act 2nd sg ἀνά̱γγελλε , ἀναγγέλλω carry back tidings of aor ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀνά̱γγελλε , ἀναγγέλλω carry back tidings of imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀναγγέλλω carry back tidings… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγγέλλῃ — ἀναγγέλλω carry back tidings of aor subj mp 2nd sg ἀναγγέλλω carry back tidings of aor subj act 3rd sg ἀναγγέλλω carry back tidings of pres subj mp 2nd sg ἀναγγέλλω carry back tidings of pres ind mp 2nd sg ἀναγγέλλω carry back tidings of pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγγελλομένων — ἀναγγέλλω carry back tidings of aor part mid fem gen pl ἀναγγέλλω carry back tidings of aor part mid masc/neut gen pl ἀναγγέλλω carry back tidings of pres part mp fem gen pl ἀναγγέλλω carry back tidings of pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγγελλόμενον — ἀναγγέλλω carry back tidings of aor part mid masc acc sg ἀναγγέλλω carry back tidings of aor part mid neut nom/voc/acc sg ἀναγγέλλω carry back tidings of pres part mp masc acc sg ἀναγγέλλω carry back tidings of pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγγελλόντων — ἀναγγέλλω carry back tidings of aor part act masc/neut gen pl ἀναγγέλλω carry back tidings of aor imperat act 3rd pl ἀναγγέλλω carry back tidings of pres part act masc/neut gen pl ἀναγγέλλω carry back tidings of pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνήγγελλον — ἀναγγέλλω carry back tidings of aor ind act 3rd pl (attic epic ionic) ἀναγγέλλω carry back tidings of aor ind act 1st sg (attic epic ionic) ἀναγγέλλω carry back tidings of imperf ind act 3rd pl (attic epic ionic) ἀναγγέλλω carry back tidings of… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)